"Κρατείστε ζωντανή την συγγένεια"


    Έξι μήνες  πέρασαν από την ημέρα που η αγαπημένη μας Βέρα Παπαδοπούλου, μας άφησε για να βρεθεί στην αγκαλιά των αγγέλων, κοντά στα προσφιλή της πρόσωπα στην επουράνια κατοικία.
     Η Ορθόδοξη χριστιανική Εκκλησία μας καθιέρωσε, σε τακτά χρονικά διαστήματα, να γίνεται η τελετή των μνημοσύνων στους ναούς και τα κοιμητήρια, στη μνήμη των  αδελφών μας που φεύγουν από αυτή τη ζωή.
     Είναι πολύ σοφή η καθιέρωση αυτών των τελετών, γιατί μέσα απ' αυτές, οι χριστιανοί τιμούν τ' αγαπημένα τους πρόσωπα που εγκατέλειψαν την επίγεια ζωή και ταυτόχρονα συνειδητοποιούν ότι ο κόσμος μας είναι φθαρτός και η ζωή μας νομοτελειακά κάποια στιγμή θα τελειώσει. 
     Είναι ένας λόγος κι αυτός μαζί με πολλούς άλλους, να φροντίσουμε να γίνουμε καλύτεροι, ακολουθώντας το δρόμο που μας δείχνει η διδασκαλία της Αγάπης, που μας δίδαξε ο Χριστός μας.
     Εκτός όμως από την πνευματική προσφορά των μνημοσύνων στη ζωή των ανθρώπων, είναι πολύ σημαντική και η ευκαιρία επαφής που προσφέρουν στους συγγενείς και φίλους, μικρούς και μεγάλους.
     Είναι δυστυχώς πολύ λίγος ο χρόνος που διαθέτουμε σήμερα για συναντήσεις με γνωστούς, φίλους και συγγενείς. Ίσως γιατί δεν το θεωρούμε σημαντικό, βάζοντας άλλες προτεραιότητες στη ζωή μας. Σπάνια βρίσκουμε χρόνο γι' αυτές τις επαφές, τις οποίες δε θεωρούμε απαραίτητες. Το αποτέλεσμα είναι να στερούμε τη ζωή μας από άπειρες χαρές και εμπειρίες που μας προσφέρει η κοινωνική ζωή.
     Αυτό το μεγάλο κενό έρχεται να αναπληρώσει η Εκκλησία μας, με την καθιέρωση πλήθους εορτών και τελετών, ικανοποιώντας πέρα από το θρησκευτικό συναίσθημα του ανθρώπου και την κοινωνική ανάγκη για επαφή με τον συνάνθρωπό του.
     Οι γονείς μας με πολλές στερήσεις μέσα σε πολέμους και δυστυχία κατόρθωσαν, να φέρουν στη ζωή πολλά παιδιά και να μας χαρίσουν πολλούς δικούς μας ανθρώπους, (αδέρφια, ξαδέρφια α',β',γ', ανίψια), τους οποίους χαιρόμαστε , καμαρώνουμε και γεμίζουμε δημιουργικά και ευχάριστα τη ζωή μας.
     Το καλύτερο θα ήταν να τους μιμηθούμε κι εμείς και τα παιδιά μας, ακολουθώντας το παράδειγμά τους. Αυτό όμως που έχουμε υποχρέωση να κάνουμε σαν γονείς, είναι να φέρουμε σ' επαφή τα παιδιά μας, να γνωρίσουν και να χαρούν τα ξαδέρφια τους. Δεν έχουμε το δικαίωμα να τους το στερήσουμε για κανένα κόπο, γιατί δυστυχώς υπάρχουν παιδιά συγγενών τα οποία δε γνωρίζονται μεταξύ τους.
      Εμείς με την ευκαιρία που μας πρόσφερε το μνημόσυνο της αγαπημένης μας Βέρας, βρεθήκαμε όλοι μαζί στη Νέα Τραπεζούντα, αδέρφια, ξαδέρφια, παιδιά, εγγόνια και φίλοι της οικογένειας.
      Μετά τη Θεία λειτουργία καθίσαμε στην αίθουσα του Πολιτιστικού μας Συλλόγου για τον καφέ και τα κόλλυβα και με πολλή αγάπη και ενδιαφέρον πληροφορηθήκαμε τα νέα από τον καθένα μας.
      Ο θείος Μπάμπης με τα ανίψια του πήγαν στη βρύση τον "Καλόγερο", για να πιουν νερό και να παίξουν με τα βατραχάκια. Νερό ήπιαν αλλά βατραχάκια δε βρήκαν, γιατί ο τσοπάνης που φέρνει τα πρόβατα να τα ποτίσει στη βρύση, έριξε ασβέστη μέσα στις λεκάνες για να τις απολυμάνει και τα βατραχάκια, βγήκαν έξω από το νερό για να τη γλυτώσουν.
      Όμως ο κόπος τους δεν πήγε χαμένος γιατί πήγαν βόλτα στο δάσος με τις βελανιδιές. Εκεί βρήκαν βελανίδια, βρήκαν μανιτάρια ζαρκαδίσια και πόπορδα, βρήκαν αγριογκορτσιές (άγριες αχλαδιές) και δοκίμασαν αγριόγκορτσα και τσάπουρνα. Είδαν και μια χελώνα που έβγαζε το κεφάλι από το καβούκι της και πολλά άλλα.
      Με όλα αυτά που είδαν, δίψασαν πολύ αλλά δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, γιατί ο "Καλόγερος" τους περίμενε καρτερικά, να τους ξεδιψάσει με το δροσερό και γάργαρο νερό του.
      Στην επιστροφή τους περίμενε και ένα μεγάλο δώρο. Δυο καναρινάκια, ένα κίτρινο με το χρώμα του Άρη για τον Φώτη και ένα ασπρόμαυρο με τα χρώματα του ΠΑΟΚ για τον Ανέστη.



 Εκείνο όμως που μας έδωσε ιδιαίτερη χαρά, ήταν ο ερχομός των ξαδέρφων μας από την Καλλιθέα Ελασσόνας. Ο Λαμπριανός Παπαδόπουλος ήρθε με τη σύζυγό του Μαρία, την αδερφή του Βάσω και την ξαδέρφη μας Λόλα, ακολουθώντας το παράδειγμα της μάνας του Ζωής.
     Η θεία η Ζωή ήταν εκείνη η οποία στα δύσκολα χρόνια του 40 και μετέπειτα, όταν δεν υπήρχαν συγκοινωνίες και οι μετακινήσεις γίνονταν πολύ δύσκολα, ερχόταν από την Ελασσόνα στα Γρεβενά, για να επισκεφθεί τους συγγενείς της, που είχαν σκορπίσει με τον ερχομό τους από την Πατρίδα τον Πόντο.
    Έτσι κράτησε "ζωντανή την συγγένεια", που έλεγαν οι παλαιότεροι.
     Άξιος συνεχιστής της παρακαταθήκης της θείας είναι σήμερα ο γιος της Λαμπριανός, ο οποίος με τον ερχομό του μας έδωσε και σήμερα μεγάλη χαρά.





Καλή μι φαίνητι! Για δοκίμασέ την κι εσύ.


Δύο γέροι από τη Σπάτα(Πολύδενδρο), μερακλήδες στη ρακί,  παν στη Σιάτιστα ν' αγοράσουν για τις ανάγκες του σπιτιού. Εκείνα τα χρόνια, όπως και σήμερα, οι Σιατσινοί είχαν τα καλύτερα αμπέλια και όλα τα γύρω χωριά προμηθεύονταν ρακί και κρασί, από τη Σιάτιστα.Ξακουστό και παλιά και σήμερα είναι το ηλιαστό κρασί της Σιάτιστας. 
Τους πήγε λοιπόν ο παραγωγός στο κατώι όπου είχε τα βαρέλια με τη ρακί, για να τη δοκιμάσουν και ν' αποφασίσουν αν θ' αγοράσουν.
΄Εβαλε  ο πρώτος το στόμα στην κάνουλα του βαρελιού και αφού τράβηξε κάμποσες γουλιές, γλου...γλου...γλου...,σκώθκε και λέει στον άλλον: ''Καλή μι φαίνητι, Φιλάρετε,  αλλά δεν τη δοκιμάεις κι εσύ καλύτερα;'' Έσκυψε κι ο Φιλάρετος και αφού ήπιε κι αυτός άλλες τόσες γουλιές, λέει στον πρώτο: '' Καλή μι φαίνητι κι εμένα, Νάσιο, αλλά για καλό και για κακό, δοκίμασέ την 'κόμα μια βολά να 'μεστε σίγουρ.''΄
Από τον έναν στον άλλον, το μέσιασαν το βαρέλ με τ' ρακί και γύρσαν στο χωριό σκνίπα στο μεθύσ.                            
Ο Σιατσινός ακόμα περιμέν' τς παράδες.

Όμως και οι Σιατιστινοί δεν έπεφταν παρακάτω. Όταν οι Σπατιώτες πήγαιναν με τα γουμάρια (γαϊδούρια), στη Σιάτιστα να πουλήσουν κεράσια, αχλάδια, μήλα και άλλα φρούτα, έβγαιναν αυτοί  ν' αγοράσουν αλλά πρώτα έπρεπε να τα δοκιμάσουν. Αυτό σήμαινε από 'να 'πλώχερο ο καθένας για δοκιμή. Το αποτέλεσμα ήταν να τελειώσουν τα φρούτα χωρίς να προλάβουν να τα δοκιμάσουν όλοι οι υποψήφιοι αγοραστές.


     Πόσο μικρός είναι ο Κόσμος


Ο παππούς ο μπαρμπα Βάσος ο Κώτιας, από το Πολύδενδρο Γρεβενών, είχε τα παιδιά του για χρόνια πολλά στην Αυστραλία στη Μελβούρνη.
 Κάποτε αποφάσισαν να τον πάρουν κοντά τους στα βαθιά του γεράματα.
 Για να γεμίζει το χρόνο του ο μπαρμπα Βάσος και να συναντά και κάναν ΄Ελληνα, να λέει καμιά κουβέντα, πήγαινε σ΄ένα ελληνικό Καφενείο όπου εύρισκε και άλλους γέρους της ηλικίας του.
 Μια μέρα εκεί που καθόταν κι έπινε τον καφέ του, άκουσε στο διπλανό του τραπέζι κάποιον παππού να μιλάει το δικό του ελληνικό ιδίωμα. Τον πλησίασε και τον ρώτησε από πού είναι. Εκείνος του απάντησε ότι είναι από την Τουρκία, όπου τον έφεραν οι γονείς του με την ανταλλαγή των πληθυσμών, από την Ελλάδα το 1924.
Όταν προχώρησε η κουβέντα, τον είπε ότι είχε γεννηθεί στο Κρίφτς στα Γρεβενά και θυμόταν πως όταν ήταν μικρός, τον έδειρε ένας Γκαντάγιας απ' τη Σπάτα, επειδή είχε τσακωθεί και βάρεσε το γιο του τον Βασίλ . Τότε σηκώθηκε ο μπαρμπα Βάσος, τον αγκάλιασε και τον είπε ότι, αυτός ήταν ο μικρός που βάρεσε και που έμελλε να τον συναντήσει ογδόντα (80) χρόνια μετά, στην Αυστραλία.



ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΧΩΡΙΑ,ΟΜΟΡΦΑ ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ.

 Τετάρτη, 04 Σεπτέμβριος 2019 09:17
ΤΑ  ΟΜΟΡΦΑ ΧΩΡΙΑ,ΟΜΟΡΦΑ ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ...
   Το χωριό μου, ο Ταξιάρχης. Ένα κεφαλοχώρι των Γρεβενών. Ελεύθερο να διαχειριστεί τα έσοδα του πληρώνοντας μόνο τον ετήσιο φόρο κατά την Τουρκοκρατία. Οι κάτοικοι λόγω δυσβάσταχτων πιέσεων των Τουρκαλβανών αναγκάζονται να το πουλήσουν στον Μπέη των Γρεβενών. Φτωχός τόπος με λίγα γεννήματα. Με περήφανους ανθρώπους όμως και με ένα ξεχωριστό στολίδι, το Μοναστήρι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών.
   1815. Ανέγερση του καθολικού της Μονής σε θέση που προϋπήρχε μικρός ναός ή Μικρομονάστηρο. Ποιοι λόγοι ώθησαν αυτούς του απλούς, φτωχούς ανθρώπους να προβούν σε ένα τόσο μεγάλο έργο; Ποιά δύναμη;
   Το Μοναστήρι θεμελιώθηκε και ολοκληρώθηκε σε δύσκολους καιρούς, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του τούρκου κατακτητή. Κι όμως μεγάλωσε, άκμασε με μεγάλη περιουσία,χωράφια και κοπάδια με γιδοπρόβατα. Απέκτησε αξιόλογη φήμη. Η φήμη του στηριζόταν και στο γεγονός ότι αποτελούσε την ύστατη ελπίδα για την γιατρειά των ψυχικά ασθενών που κατέφευγαν στην Μονή ζητώντας την ίαση τους. Οι χριστιανοί στήριξαν τη Μονή τόσο με προσωπική εργασία όσο και με κάθε λογής τάματα και αφιερώματα.
   1842.Μπέης των Γρεβενών είναι ο Μεχμέτ Αγάς που διαθέτει και κούλια στο χωριό. Ο μεγάλος καημός του είναι ότι γυναίκα του , Μυγδάλω, δεν μπορεί να αποκτήσει παιδί. Η παράδοση λέει ότι ένας βοσκός του Μοναστηριού είδε στον ύπνο του έναν φουστανελά να του λέει να πάει στον Μπέη και να του πει πως, αν πουλήσει το χωριό στους κατοίκους του, θα αποκτήσει το πολυπόθητο διάδοχο. Αυτός φοβήθηκε αλλά ο φουστανελάς ξαναπαρουσιάστηκε και τον μάλωσε για τον φόβο του. Τελικά πήρε την απόφαση και παρουσιάστηκε στον Μπέη. Κεραυνούς περίμενε αλλά επιφώνημα χαράς άκουσε γιατί το ίδιο όνειρο έβλεπε και η όμορφη Μυγδάλω. Τελικά οι χωριανοί αγόρασαν το χωριό από τον Μπέη και αυτός απέκτησε τον πολυπόθητο γιο του.
    Στο διάβα των χρόνων, χρόνων σκοτεινών, το Μοναστήρι αποτέλεσε στήριγμα των χωριανών και όχι μόνο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που σε ανώμαλους καιρούς, κοιμούνταν μέσα στην περίβολο του, προστατευμένοι από τα ψηλά τείχη και το άγρυπνο βλέμμα του Αϊ- Ταξιάρχη.
     Το χωριό αντίθετα δεινοπάθησε. Το 1943 κάηκε ολοσχερώς από τους Ιταλούς. Το Μοναστήρι όμως το σεβάστηκαν. Το ίδιο και οι Γερμανοί. Πέρασαν οι βάρβαροι αλλά το σεβάστηκαν. Έστεκε εκεί αγέρωχα σημείο αναφοράς , ελπίδας και αγαλλίασης για του χωριανούς.
   1972. Η αρχή του τέλους.
-Πάτησαν το Μοναστήρι...Κλέψανε τις εικόνες ,τα τάματα...
Όλοι εμβρόντητοι.
-Πως έγινε αυτό;Τόσα χρόνια δεν το πείραξε κανείς.
-Θα τους τιμωρήσει ο Αϊ Ταξιάρχης...μόλις που ψελλίζαμε.
Ακόμα όμως ο κόσμος δεν έχανε την πίστη του. Θυμάμαι κάθε 5 Σεπτεμβρίου, παραμονή του πανηγυριού, τον κόσμο να κατακλύζει τους χώρους του και να ξενυχτάει στον περίβολο του.
   Η χάραξη της Εγνατίας Οδού επιτάχυνε τα πράγματα. Η διάνοιξη της σήραγγας Ταξιάρχη χρειάστηκε πολλά κιλά εκρηκτικών που ταρακουνούσαν συθέμελα την Μονή. Πάλι άντεξε όμως.
Είχε αρχίσει όμως η αρχή του τέλους. Οι μεγάλοι και πιο θρήσκοι το καταλάβαιναν.
-Να ξερ΄ς ότι αυτό έγινε επειδή ο Αϊ -Ταξιάρχης έφυγε απ' το Μοναστήρ', μονολογούσε συχνά- πυκνά η 93χρονη γιαγιά μου, Παρασκευούλα, και ιδίως όταν άκουγε για κάποιο κακό στο χωριό. Εγώ δεν γελούσα , δεν καταλάβαινα....
   Έγνοια των χωριανών ήταν πάντα το Μοναστήρι. Με προσωπική εργασία άλλαξαν τα κεραμίδια στην νότια πλευρά.
   Δυστυχώς όμως όχι και στην βόρεια πλευρά, που κάτω από το βάρος των χρόνων και την οργή του Εγκέλαδου μεγάλο μέρος της κατέρρευσε. Εμείς αδύναμοι μικροί.
   -Οι υποψήφιοι άρχοντες θα το φτιάξουν.
   -Είναι χαμένη υπόθεση, δεν γίνεται τίποτα. Ανήκει στην Αρχαιολογία. Η Αρχαιολογία απαγορεύει να αλλάξετε τα κεραμίδια. Δεν υπάρχει μελέτη, λόγια χωριανού δημοτικού ''άρχοντα''.
    75.000 ευρώ πληρώθηκε μελέτη που κατέληξε στο κάλαθο των αχρήστων.
    Δυστυχώς όμως η αλλαγή των κεραμιδιών δεν προστάτευσε και την νότια πλευρά που μέρος της ακολούθησε την μοίρα της βόρειας. Εμείς άβουλοι μικροί.
    -Κάναμε μελέτη σωστή, η οποία πήρε και την έγκριση του Κ.Α.Σ..
   -Η Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών έχει πλήρη μελέτη και προηγείται για ένταξη και χρηματοδότηση, επίσημα, χείλη από Περιφέρεια Γρεβενών σε ερώτημα για τα μεταβυζαντινά μνημεία. Και τότε έγινε το θαύμα.2,4 εκατομμύρια ευρώ για το ''ξακουστό'' βλαχοχώρι. Θα γίνει αναστήλωση της Παναγιάς. Ο Ταξιάρχης; Εμείς αμέτοχοι , βουβοί. Και εγώ ο αισιόδοξος, ο καθησυχαστικός; Σιωπή...
    Το Μοναστήρι άντεξε τα στίφη των αλλόθρησκων, των κατακτητών. Άντεξε τα φουρνέλα για την διάνοιξη της Εγνατίας οδού, τον σεισμό. Δεν άντεξε όμως την αδιαφορία μας. Τώρα που γράφω αυτές τις λέξεις μου ήρθαν τα λόγια του ποιητή: ”Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους. Ήταν και αυτοί μια κάποια λύση...”.
     Η γενιά μου πρόλαβε το Μοναστήρι στις τελευταίες στιγμές της δόξας του. Τα παιδιά μας;
   Έφυγε ο Αϊ-Ταξιάρχης. Και αυτός όμως ίσως μας συγχωρήσει που δεν δώσαμε την μάχη, άλλωστε είναι Αρχιστράτηγος, ξέρει από ριψάσπιδες. Οι πρόγονοι μας όμως που κουβαλούσαν πέτρες και λάσπη με τα κάρα για να το φτιάξουν; Πιο πολύ όμως φοβάμαι να ζητήσω συγγνώμη από τα παιδιά μας. Πως θα απολογηθούμε σ΄αυτά για την κατάντια μας;
 ΚΛΩΝΑΡΑΣ ΣΑΡΑΝΤΗΣ
Υ.Γ. Οι φωτογραφίες είναι από την επίσημη ιστοσελίδα της Περιφερειακής Ενότητας Γρεβενών/ Τουριστικός οδηγός για την Μονή Ταξιαρχών. Δεξιά είναι η Μονή Ταξιαρχών και αριστερά τι; Ντροπή!

Πηγή: Greveniotis.gr - ηλεκτρ.εφημ.των Γρεβενών.

Η Κυρία Ελένη Γλυκατζη Αρβελερ!



Η Κυρία Ελένη Γλυκατζη Αρβελερ!
      "Τη μέρα που γεννήθηκα (σαν σήμερα), στον Βύρωνα, τα 2 παλιοκάικα του Μικρασιάτη πατέρα μου με τα οποία τάιζε 5 στόματα βούλιαξαν έξω από την Βουλιαγμένη, γρουσούζικο με ανέβαζαν γρουσούζικο με κατέβαζαν , ήμουν πάντα " το παιδί ", όταν μιλούσαν για μένα λέγανε " Τι κάνει το παιδί ?" όλα τα αδέλφια μου είχαν ονόματα, εκτός από εμένα, ήμουν πάντα το ουδέτερο!
     Στην καριέρα μου μεγάλο ρόλο έπαιξε η τύχη. Την εποχή εκείνη για να γραφτείς στο Πανεπιστήμιο χρειαζόταν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, που να το βρω?, όλα μου τα αδέλφια αριστεροί, όταν πέθανε ο Στάλιν έκλαιγα απαρηγόρητα, η μόνη χρονιά που δεν ζήτησαν ήταν η δική μου και έτσι γράφτηκα στην Φιλοσοφική Σχολή. Την έδρα στην Σορβόννη την πήρα πάλι από τύχη, γιατί ήμουν η μόνη από όλους τους άλλους υποψήφιους που είχα προλάβει να δημοσιεύσω την διπλωματική μου!
     Στο Αρχαιολογικό, πάω να δω τις συμφοιτήτριες μου και πέφτω πάνω σε όλη την αριστοκρατία της Αθήνας. Μου λέει, λοιπόν, μια μέρα ο Οικονόμου, ο καθηγητής της Κλασικής Αρχαιολογίας: «Βρε Γλύκατζη, ετούτες εδώ όλες δεν έχουν ανάγκη να δουλέψουν, εσύ τι θα κάνεις στη ζωή σου;». «Ακούστε, εγώ κάνω πάντα αυτό που θέλω πολύ, μόνο έτσι χορταίνει η ψυχή, το στομάχι κάτι θα βρεις να το γεμίσεις, μπορώ να πουλώ ακόμα και λεμόνια στους δρόμους». Και πάλι με ευνόησε η τύχη, αντί να πουλάω λεμόνια, βρέθηκα στο Παλάτι!. Ακούω λοιπόν στην τάξη από έναν καθηγητή μας ότι η Βασίλισσα ζητούσε για τον Έρανο κάποιον που να ξέρει καλά γαλλικά . Πρώτη πρώτη, σηκώνω εγώ το χέρι μου και με παίρνουν... ΕΠΟΝίτισσα και βρίσκομαι μπροστά στη Φρειδερίκη.
     Δεν περνάνε 2-3 μέρες και φτάνει γράμμα από μια συμφοιτήτριά μου, δεν θα πω το όνομα, γιατί ίσως ζει: «Μεγαλειοτάτη, δεν υπάρχει μεγαλύτερη κομμουνίστρια από την Γλύκατζη και εσείς την έχετε πάρει κοντά σας? ». Το δείχνω στη Βασίλισσα και αυτή παίρνοντας το γνωστό αυστηρό αυταρχικό ύφος μου λέει: «Να της πεις, σε αυτή τη χώρα, εγώ αποφασίζω ποιος είναι κομμουνιστής!»
      Περνάει ο καιρός και με τον Βασιλιά Παύλο πάμε στην Στυλίδα που είχε φτιάξει σχολειά. Φτάνουμε όλοι μαζί, κόσμος πολύς περίμενε, ανεβαίνει ένας αστυνομικός στο πούλμαν και λέει στη Βασίλισσα: «Είναι όλοι εξαγριωμένοι , λένε ότι έχετε μαζί σας κομμουνιστές». Το ακούει η Βασίλισσα, κατεβαίνει από το πούλμαν, μπροστά στην πόρτα στεκόταν ένας κουτσός, πού της λέει: «Μεγαλειοτάτη, δίνετε τις δουλειές σας σε κομμουνιστές, εγώ έχασα το πόδι μου για να έχετε εσείς το θρόνο σας». Και η Φρειδερίκη, χωρίς καν να σκεφτεί, του λέει: «Στην δούλεψη μου θέλω έξυπνους ανθρώπους. Αν εσύ έχασες το πόδι σου για να έχω εγώ το θρόνο μου και όχι για την πατρίδα σου, τότε είσαι βλάκας!». Παρεπιπτόντως, το τι χαστούκια έχει φάει μπροστά μου ο Κωνσταντίνος από την μητέρα του δεν λέγεται, για να την εκνευρίσει γύριζε όλο το Παλάτι φωνάζοντας «Κάππα Κάππα Ε, το κόμμα σου Λαέ!
     Το πιο δεσμευτικό στις ανθρώπινες συναναστροφές είναι η ιδεολογία, να μην μιλάς παρά μόνο σε μια ορισμένη ομάδα ανθρώπων. Εμένα δεν με ενδιαφέρει η ιδεολογία, αλλά οι άνθρωποι. Φίλος μου δεν είναι αυτός που πιστεύει στις ίδιες λύσεις με μένα, αλλά αυτός που είναι σωστός άνθρωπος.
    Η καλοσύνη είναι μίμηση Θεού.
    Όσοι κρύβουν τα χρόνια τους, χάνουν μαζί και τις αναμνήσεις.
    Στην Γαλλία, ο υλικά πλούσιος δεν θεωρείται αστός, η αστική τάξη είναι παιδεία!
    Κανένας λαός δεν έμεινε 400 χρόνια σκλάβος, υπήρχε μεγάλη έλλειψη αυτοπεποίθησης. Γιατί μετά την απελευθέρωση δημιουργήθηκαν ρωσικό, γαλλικό και αγγλικό κόμμα; Που ήταν το ελληνικό κόμμα; Μάθαμε να είμαστε πάντα ραγιάδες κάποιου. Αν ξέραμε καλά την ιστορία μας, θα είχαμε διαγράψει πολλούς υποτιθέμενους «ήρωες» και θα αλλάζαμε πολλά ονόματα δρόμων και πλατειών που φέρουν τα ονόματά τους.
     Όταν ο Έλληνας πάει στην Ευρώπη ουσιαστικά πάει στο σπίτι του, αν θεωρήσουμε “εξωτερικό” την Ευρώπη σημαίνει πως είμαστε ακόμα “Ανατολή”. Μαζί με τον Πρόεδρο Μιτεράν φθάνω στη Νέα Υόρκη για να υπογράψω συμβάσεις με τα αμερικανικά πανεπιστήμια. Φτάνοντας στο Πανεπιστήμιο, μας υποδέχεται ο πρόεδρός του: “ Χορεύεις καλαματιανό;” μου λέει και τα χάνω, το όνομα μου John Brademas”. Στο δείπνο, εντυπωσιασμένος ο Μιτεράν, σχολιάζει: “Ο Πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης ( Μπραδήμας) και η Πρόεδρος όλων των Πανεπιστημίων του Παρισιού (Γλύκατζη) δεν μίλησαν ούτε γαλλικά, ούτε αγγλικά, αλλά ελληνικά. Ε! αυτό είναι αυτοκρατορία!”
    Η Παιδεία μας έχει αποτύχει γιατί στα παιδιά μιλάνε όλοι από την αρχή, για επιτυχία, κανείς δεν τους μιλάει για ευτυχία! (επίκαιρο λόγω Πανελλαδικών!)
    Σήμερα γιορτάζει τα γενέθλια της (93 ετών) με μια μαντινάδα «Στα ενενήντα περπατώ, στα εκατό θα φτάσω, και μόνο τότε θα σκεφτώ αν πρέπει να γεράσω»
από Δημήτρης Τριάντος.

Ο Γάμος Είναι Σαν Την Βαρκούλα…





     Όταν επισκέφθηκαν το Μοναστήρι για πρώτη φορά ένας άνδρας με τη γυναίκα του, είχαν την ακόλουθη εμπειρία με τον Γέροντα, ο οποίος βέβαια δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτούς νωρίτερα.
    Τον χαιρέτισαν, πήραν την ευχή του και έμειναν για λίγο δίπλα του σιωπηλοί.
    Κάποια στιγμή, ρώτησε τα ονόματά τους. Έπειτα, εντελώς ξαφνικά, είπε στον σύζυγο:
– Εσένα θα σου κοπούν τα χέρια και τα πόδια!
Ο έκπληκτος επισκέπτης μόλις που κατάφερε να ψελλίσει:
Γιατί, Γέροντα, θα μου κοπούν τα χέρια και τα πόδια;
Γιατί της φωνάζεις; τον ρώτησε με αυστηρό, αλλά περίεργα όμορφο τρόπο, δείχνοντας τη γυναίκα του.
– Ναι, ναι, Γέροντα, πέστε τα, έκανε χαρούμενη αυτή, που κάποιος τόσο σπουδαίος πήρε το μέρος της.
     Ο άντρας συγκλονίστηκε. Κατάλαβε αστραπιαία πως ήταν λάθος να μεταφέρει μέσα στο σπίτι του την ένταση της δουλειάς και να ξεσπά στη γυναίκα του άδικα, και χαμήλωσε το κεφάλι. Μέσα του ήλθαν τα πάνω κάτω.
     Και τότε ο Γέροντας, αφού είδε την αλλαγή του, αφού κατάλαβε πώς ο φταίχτης συναισθάνθηκε το σφάλμα του, άλλαξε τελείως συμπεριφορά, άπλωσε το χέρι και τον χάιδεψε στο κεφάλι.
– Βρέ μανούλα μου, του είπε τρυφερά, άμα είσαι σε μια βάρκα… Έχεις μπει ποτέ σε βάρκα;
– Γέροντα, έχω μπει, ψέλλισε ντροπιασμένος ο άνθρωπος.
– Έχεις κάνει κουπί;
– Έχω κάνει.
Με πόσα κουπιά;
– Με δύο.
Έχεις κάνει βάρκα με ένα κουπί;
– Όχι.
Άμα κάνεις βάρκα με ένα κουπί, πού θα πας;
– Δεν ξέρω.
Θα γυρίζεις γύρω-γύρω, βρέ μπουμπούνα, έτσι; Έτσι είναι και με τη γυναίκα σου. Άμα τραβάς μόνο εσύ κουπί, δεν πάτε πουθενά.
Είστε μια βαρκούλα οι δύο σας, ο γάμος σας είναι μια βαρκούλα και σας έχουν ξαμολήσει μέσα στον ωκεανό.
    Για να φτάσετε στο λιμάνι, πρέπει να τραβάτε και οι δύο κουπί.
    Άμα τραβάς μόνο εσύ, δεν γίνεται.
    Κατάλαβες;
Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης – Ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου.

Πηγή: GreekPress

Να γερνάς είναι αναπόφευκτο, να μεγαλώνεις είναι προαιρετικό







Πρώτη μέρα στο Πανεπιστήμιο. Ο καθηγητής, αφού μας συστήθηκε και μας καλωσόρισε, πρότεινε να γνωριστούμε μεταξύ μας, πλησιάζοντας κάποιον συμφοιτητή που μας ήταν εντελώς άγνωστος. Σηκώθηκα να ρίξω μια ματιά, όταν ένιωσα ένα απαλό χτύπημα στον ώμο. Γύρισα. Η ακτινοβολία ενός ζεστού διάπλατου χαμόγελου έκανε ολόκληρη τη μικροσκοπική παρουσία της να λάμπει.
“Γειά σου όμορφε. Εϊμαι η Ρόουζ. Είμαι 87 ετών. Μπορώ να σε αγκαλιάσω;
Γέλασα και ανταποκρίθηκα με ενθουσιασμό. “Φυσικά και μπορείς!”.
Και με ζούληξε δυνατά.
“Πώς και είσαι στα θρανία σε μια τόσο νεαρή και αθώα ηλικία;”, την πείραξα
“Α! είμαι εδώ για να γνωρίσω έναν πλούσιο σύζυγο, να παντρευτώ, να κάνω κάνα δύο παιδιά και μετά να αποσυρθώ και να ταξιδέψω σε όλο τον κόσμο”, ανταποκρίθηκε στο πείραγμά μου.
“Έλα, σοβαρά τώρα! Τί είναι αυτό που σε έκανε να πάρεις αυτή την πρόκληση, σε τέτοια  ”ηλικία;”
“Πάντα ονειρευόμουν να σπουδάσω στο Πανεπιστήμιο και να που τώρα τα κατάφερα!”, αποκρίθηκε και κέρδισε το θαυμασμό μου.
Γίναμε αμέσως φίλοι. Μετά τα μαθήματα συνηθίζαμε να περπατάμε μέχρι το φοιτητικό στέκι και να μοιραζόμαστε ένα μιλκσέικ σοκολάτας. Κάθε μέρα, για τους επόμενους τρεις μήνες φεύγαμε μαζί. Απολαμβάναμε ατέλειωτες συζητήσεις. Άκουγα γοητευμένος αυτή τη ζωντανή χρονομηχανή να μοιράζεται μαζί μου τις εμπειρίες της και τη σοφία της.
Με τον καιρό η Ρόουζ έγινε πασίγνωστη στο campus, έκανε φιλίες αμέσως όπου κι αν πήγαινε. Της άρεσε να ντύνεται όμορφα και να αφήνεται στην έλξη της προσοχής των άλλων φοιτητών. Στο τέλος του εξαμήνου η Ρόουζ έλαβε πρόσκληση να κάνει μια ομιλία στο χορό που διοργάνωνε ο αθλητικός σύλλογος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά που μας δίδαξε. Αφού την προσφώνησαν, η Ρόουζ σηκώθηκε και ανέβηκε στο βήμα. Καθώς άρχισε την ομιλία της, της έπεσαν μερικά από τα χαρτιά της. Στενοχωρήθηκε κι ένιωσε λίγο άβολα. Προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της, έσκυψε στο μικρόφωνο και είπε απλά:
“Λυπάμαι πολύ! Είμαι λίγο νευρική. Έκοψα τη μπύρα λόγω Σαρακοστής κι αυτό το ουίσκυ με έχει κάνει χάλια! Τέλος πάντων, δεν πρόκειται ποτέ να βάλω στη σειρά την ομιλία μου οπότε, θα σας πω απλά ό,τι γνωρίζω.”
Καθώς γελούσαμε, η Ρόουζ με έναν ήχο καθάρισε το λαιμό της και άρχισε την ομιλία της.
"Δεν σταματάμε το παιχνίδι επειδή γερνάμε. Γερνάμε επειδή σταματάμε να παίζουμε".
Υπάρχουν μόνο τέσσερα μυστικά για να διατηρεί κάποιος τη νεότητα, να είναι ευτυχισμένος και επιτυχημένος.
1.Πρέπει να γελάμε και να βρίσκουμε λόγο να είμαστε ευδιάθετοι κάθε μέρα.
2.Πρέπει να έχουμε ένα όνειρο. Όταν χάνεις το όνειρό σου, πεθαίνεις. Υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι γύρω μας που είναι νεκροί και δεν το ξέρουν!
3.Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του γερνάω και μεγαλώνω. Όλοι γερνάμε και δεν χρειάζεται να έχουμε κάποιο ταλέντο ή ιδιαίτερη δεξιότητα για αυτό. Το θέμα είναι να μεγαλώνεις βρίσκοντας πάντα την ευκαιρία μέσα στην αλλαγή.
4.Μη μετανιώνεις για τίποτα. Εμείς οι μεγάλοι συνήθως μετανιώνουμε περισσότερο για αυτά που κάναμε παρά για αυτά που δεν κάναμε. Οι μόνοι άνθρωποι που φοβούνται το θάνατο είναι αυτοί που μετανιώνουν.
Έκλεισε την ομιλία της τραγουδώντας θαρραλέα το τραγούδι “The Rose” και προσκάλεσε κάθε έναν από μας να μελετήσει τους στίχους του και να βρει τη θέση τους στη καθημερινότητά μας.
Η Ρόουζ κατάφερε τελικά να πάρει το πτυχίο που ονειρευόταν όλα αυτά τα χρόνια. Μια βδομάδα μετά την αποφοίτηση έφυγε ειρηνικά στον ύπνο της.
Πάνω από δυο χιλιάδες φοιτητές τη συνόδευσαν στην τελευταία της κατοικία σαν φόρο τιμής σε αυτή την υπέροχη γυναίκα που απέδειξε με τη στάση ζωής της ότι ποτέ δεν είναι αργά για να γίνεις αυτό που πραγματικά είσαι: Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ !!!
Θυμήσου: το να γερνάς είναι αναπόφευκτο,
να μεγαλώνεις είναι προαιρετικό.
Ζούμε με ό,τι παίρνουμε,αλλά η ζωή μας είναι αυτό που δίνουμε.
Το τραγούδι της Ρόουζ τελειώνει κάπως έτσι :
Όταν η νύχτα έχει υπάρξει τόσο μοναχική
και ο δρόμος τόσο μακρύς
και πιστεύεις ότι η αγάπη είναι μόνο για τους τυχερούς
και τους δυνατούς…
Θυμήσου: τον χειμώνα,
βαθιά κάτω από το χιόνι,
βρίσκεται ο σπόρος που
με την αγάπη του Ήλιου την Άνοιξη,
γίνεται Ρόδο.
~ Συγγραφέας άγνωστος
Απόδοση και διασκευή: Ευαγγελία Βασιλείου
“The Rose” (στίχοι)
Some say love, it is a river,
That drowns the tender reed.
Some say love, it is a razor,
That leaves your soul to bleed.
Some say love, it is a hunger,
An endless, aching need.
I say love, it is a flower,
And you, it’s soul, the seed.
It’s a heart afraid of breaking,
That never learns to dance;
It’s the dream, afraid of waking,
That never takes the chance;
Its the one who won’t be taken,
Who cannot seem to give;
And the soul, afraid of dying,
That never learns to live.
When the night has been too lonely,
And the road has been too long,
And you think that love is only
For the lucky and the strong:
Just remember, in the winter,
Far beneath the bitter snows,
Lies the seed, that with the sun’s love
In the Spring, becomes the rose.


Η δολοφονία στην Κρήτη της Σούζαν Ητον


Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019 08:59

Η Κοσμητόρισσα της Φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Κρητης Αγγέλα Καστρινάκη αντί ομιλίας στην τελετή αποφοίτησης αναφέρθηκε στην φρικτή δολοφονία της Σούζαν Ητον

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(10 ψήφοι)
Η Κοσμητόρισσα της Φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Κρητης Αγγέλα Καστρινάκη αντί ομιλίας στην τελετή αποφοίτησης αναφέρθηκε στην φρικτή δολοφονία της Σούζαν Ητον
     Η ομιλία της Κοσμητόρισσας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου  Κρήτης Αγγέλας Καστρινάκη στην τελετή αποφοίτησης των νέων πτυχιούχων ήταν αφιερωμένη στη Σουζάνα Ήτον.
    Αγαπητοί τελειόφοιτοι και τελειόφοιτες, αγαπητοί γονείς, σήμερα είναι μέρα γιορτής για σας όσο και για μας. Πριν γιορτάσουμε όμως, πριν σας κατευοδώσω και σας ευχηθώ,θεωρώ χρέος μου να αναφερθώ στο γεγονός που συγκλονίζει τις τελευταίες μέρες την Κρήτη. 
    Το Πανεπιστήμιο δεν είναι ένας περίκλειστος χώρος όπου δάσκαλοι μεταβιβάζουν στους μαθητές τους γνώσεις και δεξιότητες. Είναι κομμάτι της κοινωνίας, ένα επίλεκτο αν θέλετε κομμάτι, που μέσα σε αυτό διαμορφώνεται η κοινωνία του μέλλοντος, επωάζονται και ζυμώνονται οι αξίες που θα μεταδοθούν στους νεότερους, στα παιδιά, στα φυσικά και στα πνευματικά παιδιά που θα είναι οι μαθητές και οι μαθήτριές σας. Στο Πανεπιστήμιο φτιάχνουμε –εν μέρει βέβαια και στον βαθμό που μας αναλογεί – την επόμενη μέρα της Ελλάδας. Γι’ αυτό αισθάνομαι υποχρεωμένη να αναφερθώ στο τρομερό συμβάν. Έχετε καταλάβει βέβαια σε τι αναφέρομαι.
     Μια γυναίκα έχασε τη ζωή της με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο. Κακοποιήθηκε βάναυσα, βιάστηκε και θανατώθηκε. 
    Ήταν Αμερικανίδα, μέλος της επιστημονικής κοινότητας, βιολόγος, και είχε έρθει στην Κρήτη για να λάβει μέρος σε επιστημονικό συνέδριο στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης. Η Σουζάνα Ήτον.
    Μια φωτεινή μορφή, ένας πράος άνθρωπος, όπως την βλέπουμε στις φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν. Χαιρόταν σαν κι εμάς τη ζωή, χαμογελούσε με γλυκύτητα και προσπαθούσε να συμβάλει στο καλό όλων μας μέσω της επιστήμης της.
    Φυσικά είμαστε συγκλονισμένοι. Φυσικά καταδικάζουμε. Δεν φτάνει όμως αυτό. Οφείλουμε να διερευνήσουμε τις συμπεριφορές, από τις πιο μικρές και φαινομενικά ασήμαντες έως τις πιο κομβικές, που εντέλει ενδέχεται να οδηγήσουν στο τρομερό έγκλημα.      Όλες τις δικές μας συμπεριφορές, στον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, και ειδικά τα αγόρια, στον τρόπο που αντιδρούμε απέναντι στην ανομία, την οπλοχρησία, τη βία ενγένει και την έμφυλη βία, τη βία κατά των γυναικών, ειδικότερα.
    Αυτή τη διερεύνηση την κάθε άλλο παρά εύκολη, την έκανε πριν λίγες μέρες ένας συντοπίτης μας, Ρεθυμνιώτης, ο Χάρης Στρατιδάκης, ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας, διδάκτορας Παιδαγωγικής, στο άρθρο του, με τίτλο «Μήπως στην Κρήτη η ανθρώπινη ζωή παραέγινε φθηνή;».
    Επιτρέψτε μου να σας μεταφέρω μερικές από τις διαπιστώσεις του.
Παρατηρεί πρώτα πρώτα τη συχνότητα του φαινομένου (το τελευταίο συμβάν ήταν μόνο η κορωνίδα) και το ότι οι φόνοι αφορούν συνήθως αλλοδαπές γυναίκες (δύο μετανάστριες από τη Βουλγαρία, πρόσφατα στο Ρέθυμνο), που δεν έχουν σόι να απαιτήσει την τιμωρία τους ή και να φροντίσει γι’ αυτή μέσω της αυτοδικίας. Δειλοί λοιπόν οι δολοφόνοι.
    Αλλά το πιο σημαντικό στο γενναίο αυτό άρθρο είναι ότι ο συγγραφέας τολμά να θίξει τις γενικότερες συμπεριφορές, αυτές που μας αφορούν όλες και όλους.
    Παραθέτω:«Ασφαλώς δεν είναι αυτή η δική μας Κρήτη, της αντιμετώπισης των γυναικών ως ζώων, των απαγωγών, των χασισοφυτειών και της απαξίωσης της ζωής και της τιμής των μεταναστών. Όμως υπάρχει και αυτή η Κρήτη, όλων των παραπάνω αλλά και της συνολικής καταπάτησης του νόμου, της καπετανιάς, του «επά’ μαι ’γω», του αντριλικιού, της κούπας, της θρασυδειλίας και των γνωστών σ’ όλους μας πολιτικών προσώπων που τους καλύπτουν.
    Και σ’ άλλα μέρη της Ελλάδας συμβαίνουν τέτοια γεγονότα […]. Πουθενά όμως στην Ελλάδα δεν βλέπουμε να αντιμετωπίζονται οι ίδιες τροχαίες παραβάσεις με τη συγκαταβατικότητα που αυτό συμβαίνει στο νησί μας. Πουθενά στη χώρα μας οι βοσκοί δεν καταπατούν με την ίδια ευκολία τις γεωργικές περιουσίες […], πουθενά αλλού δεν πυροβόλησαν πρώην νομάρχη και δεν ανατίναξαν το σπίτι του επειδή δεν τους έκανε τα χατίρια. […]
    Φαίνεται ότι κάτι δεν πήγε καλά στο νησί μας με κάποιες από τις θεωρούμενες ως “αξίες” του.
    Μήπως η δύναμη του καθενός σογιού και το “κόζι” του οδηγούν τελικά στην αγνόηση όποιου δεν διαθέτει αντίστοιχες πλάτες; […] Μήπως έφταιξε η λατρεία του αλκοόλ, ξεκινώντας από τ’ “αντράκια” των δύο ετών που χαιρόμαστε να τα βλέπουμε να βουτούν το δάχτυλό τους στα ποτήρια της τσικουδιάς; Μήπως φταίει που θαυμάζουμε τα ανήλικά μας όταν παίρνουν στα χέρια τους το τιμόνι; Μήπως φταίει που ανεχόμαστε τους μαυροπουκαμισάδες να ξυλοκοπούν παιδιά που ήρθαν στον τόπο μας για να σπουδάσουν, προσφέροντάς μας το κομπόδεμα της οικογένειάς τους; Μήπως φταίει που αφήνουμε να κυκλοφορούν δίπλα μας χωρίς ντροπή τα Κρητικόπουλα που οδήγησαν στα Γιάννενα τον συμπατριώτη μας στην αυτοκτονία;»
    Από όλα αυτά ο συγγραφέας βγάζει το συμπέρασμα ότι «μάλλον η κοινωνία μας απέτυχε».
    Πικρό, πολύ πικρό συμπέρασμα. Μπορούμε άραγε να το ανατρέψουμε; Ελπίζω πως ναι. Μάλιστα, στο μέτρο που μας αναλογεί πάντα, είναι το πρώτιστο καθήκον μας.
    Πώς ανατρέφουμε τα παιδιά μας; Πώς θα αναθρέψετε τα παιδιά σας; Τι αξίες θα διαδώσετε στο σχολείο όπου θα διδάξετε, στο φροντιστήριο όπου θα διδάξετε, στην όποια δουλειά θα κάνετε;
     Όχι, δεν αναθρέφουμε «αντράκια», παρά ανθρώπους που σέβονται τη ζωή και την αξιοπρέπεια της άλλης ανθρώπινης ύπαρξης, που τηρούν τους νόμους του κράτους, που δείχνουν με λόγια και έργα την αλληλεγγύη τους, που βοηθούν τους πιο αδύναμους, που σέβονται τη διαφορετικότητα στις ανθρώπινες επιλογές.
    Δεν αναθρέφουμε ούτε «γυναίκες», παρά ανθρώπινα όντα ικανά να βιώσουν την ισότητά τους και να συμβάλλουν επίσης με λόγια και έργα στις καλύτερες δυνατές ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις.
    Σας μεταδώσαμε γνώσεις στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, σας μεταδώσαμε όμως και αξίες. Ας τις τιμήσουμε όλοι, και εμείς και εσείς και οι γονείς που μας κάνουν την τιμή να είναι εδώ σήμερα.
    Η τραγική δολοφονία ας γίνει αρχή στοχασμού για όλους μας. Προς το παρόν, ως Πανεπιστήμιο οργανώνουμε μια ημερίδα, τον ερχόμενο Οκτώβριο, στη μνήμη της Σουζάνας Ήτον. Θα μιλήσουμε για την ίδια και για την εργασία της που διακόπηκε τραγικά για πάντα, θα μιλήσουμε και για μας και για το πώς θα απαλείψουμε το ζοφερό στίγμα από το νησί μας.
    Και τώρα ήρθε η ώρα να σας αποχαιρετήσω. Σας αποχαιρετώ με τη χαρά που ταιριάζει στη σημερινή μέρα, μέρα ανταμοιβής των κόπων σας, και σας εύχομαι κάθε καλό στη ζωή σας και κάθε προκοπή. Να είστε καλά και να πλάσετε ένα καλύτερο αύριο!
Πηγή :

Ποντιακά ανέκδοτα (Ξάι κι εγνώρτσαμ' εσεν - Πασκίμ σην ράσιαν θα παιρ' ατον; - Έρθα να παίρω 'σεν )


     ''Ξάι κι εγνώρτσαμ' εσεν''


Η γιαγιά η Αννίτσα με τη Βέρα Παπαδοπούλου.
       Ο Χαρίτας ο Ανδρονικίδης ασην Κιβωτόν (Κριφτς), έρχουτον τακτικά σην Τραπεζούνταν να ελέπ τ' εεινού τ'ανθρώπς. Την γυναίκαν ατ τη Βαρβάραν, α σο σύμπινον επαίρεν ατεν και είσιεν πολλούς συγγενείς να έρτε ελέπ. 
      ΄Εναν ημέραν  εντώκεν τον ανήφορον και εσίμωσεν σο χωρίον. Εκείνο την ώραν οι γυναίκ εκάθουσαν εμπροστά σ' οσπίτ τη Αννίτσας και εκαλάτσιεβαν.
         Μόλις έφτασεν ο Χαρίτας, λέει ατον η Αννίτσα: '' Χαρίτα, εσύ είσαι; Ξάι κι εγνώρτσαμ' εσεν''. '' Άμα κι εγνώρτσετ' εμεν , ιλάκστ' εμε (γαυγίστε 'με) '' είπεν ατεν ο Χαρίτας. (Εκείνος το σωστόν την απάντησιν πάντα απάν ση γλώσσαν είσιεν α. Ετοιμόλογος έτον).



    



''Πασκίμ ση ράσιαμ θα παίρ' ατον;''

      Ο Θείον ο Μεταξάς α σην Βροντήν, εκάθουτον αφκά σον ίσκιον τη καρυδί να δροσίεται.
      Εκείνο την ώραν εδιαβαίνεν απ' εκεικά ο ανεψιός ατ ο δέσκαλον. Άμον ντο είδεν το θείον ατ ξαπλωμένον αφκά ση καρυδί την ρίζαν είπεν  ατον:'' Θείο, αφκά σο καρύδ μη κάθεσαι, ο ίσκιον α θε βαρύν εν ''. Ντο πειριάζ ''λέει ατον ο Μεταξάς,'' πασκίμ ση ράσιαμ θα παίρ' ατον;''                       

   '' Έρθα να παίρω 'σεν''

         Ο Γιωρίκας άμον όλτς τ' ανθρώπς, εγέρασεν και έρθεν η ώρατ να διαβαίν' πλαν. Άμα η ζωή γλυκίν εν και για να γλυτών' ενούντσεν: '' Ας λέω τον Χάρον να δί 'μεν έναν - δύο χρόνια κι άλλο να ζω''. Μόλις έρθεν ο Χάρον, λέει ατον ο Γιωρίκας αέτς κι αέτς. Το χατήρις τρανόν εν είπεν ατον εκείνος,  για τ' ατό θα δίγω σε δέκα χρόνια κι άλλο να ζεις.
          Ο Γιωρίκας εχάρεν  πολλά, άμα τα χρόνια άμον το κρύον το νερόν, αλήορα διαβαίνε κι οπίσ κι κλώσκουν και αέτς εδέβαν και τ 'εεινού.
          Είναν ημέραν σίτια εκάθουτον με τι γεροντάδες σην πλατείαν τη χωρί και ετέρναν τα παιδία ντο έπαιζαν, έτρεχαν απάν αφκά κι εχορολάγκεβαν, ελέπ από μακρά τον Χάρον να έρτε. Ντο να εφτάει για να γλυτών, έτρεξεν αμάν σ' οσπίτ, εφόρεσεν είναν κοντόν πανταλόν και επήεν εταράεν ανάμεσα σα παιδία και μετ' εείνα άμον παιδάς, παιζ και χορολαγκέβ.
         Μόλις εσίμωσεν ο Χάρον , έσκωσεν το σιερν ατ σον Γιωρίκαν μερέαν και εκούιξεν: '' Ε! Εσύ με τ' άσπρα τα μαλλία και με τα κρεμαμένα τα κάκαλα για έλα αδά. Τα ψωμίας ετελέθαν. Έρθα να παίρω 'σεν''.

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ